Greek English
 
 
Επικοινωνία
ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΟΤΑΜΙΟΥΣ
4780, Ποταμιού, Λεμεσός
Τηλ: 25942312, 99218139
Φαξ: 25942041
 
Αρχική Σελίδα / Νεόφυτος Ροδινός
Print this page
Νεόφυτος Ροδινός

Ο Νεόφυτος Ροδινός,  o σημαντικός λόγιος και συγγραφέας  του ελληνισμού κατά τον 17 ο αιώνα,  γεννήθηκε στο χωριό Ποταμιού περί το 1579 και πέθανε περί το 1660.  Ας μάθουμε, όμως, περισσότερα για τη ζωή του Νεόφυτου Ροδινού:

1592-1599: Έζησε στη Λευκωσία όπου και παρακολούθησε μαθήματα στη σχολή του κύπριου λογίου Λεόντιου Ευστρατίου. 

1599-1602: Καλογέρεψε στο σιναΐτικο μετόχι της Αγίας Αικατερίνης στα Χανιά, αλλά πιθανόν και στο ομώνυμο μοναστήρι στο Σινά. Με την παραμονή του μάλιστα στο τελευταίο Μοναστήρι συνδέεται και το επώνυμο «Σιναΐτης» με το οποίο αργότερα υπογράφει τα έργα του. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια του ηγούμενου του σιναΐτικου μοναστηριού των Χανίων Ιωάννη Μούρτζινου, μετέβηκε στη Βενετία για να γίνει βοηθός και μαθητής  του Μαργουνίου. Επιπρόσθετα,  μαθήτευσε και κοντά στον  Γαβριήλ Σεβήρο, από τον οποίο  έμαθε αρκετά περί της εκκλησιαστικής τάξεως.  Το 1602, πέθανε ο δάσκαλος και προστάτης του, Μαργούνιος, επιμελήθηκε τη μεταθανάτια έκδοση του έργου του και αποφάσισε να επιστρέψει στην Κύπρο.

1603-1606: Ίδρυσε κάποια σχολή στην Κύπρο με σκοπό να διδάξει γράμματα στους συμπατριώτες του που ζούσαν κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Αυτή η  προσπάθειά του  δεν ευόδωσε, γι’ αυτό και εγκατέλειψε απογοητευμένος ξανά τον τόπο του. 

1606-1611: Στη συνέχεια, πήγε στην Πάτμο και με τη βοήθεια του εκεί ηγούμενου της Μονής, Νικηφόρου  Χαρτοφύλακα, επέστρεψε στην Ιταλία, μετά από μια σύντομη περιπλάνηση στη Θράκη,  για να συνεχίσει τις σπουδές του στο κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη (1607). Τότε, άλλαξε και δόγμα και από ορθόδοξος έγινε Καθολικός. Το 1611, ολοκληρώνει τις σπουδές του στη Ρώμη και την ίδια χρονιά, πήγε στην Ισπανία.

1611-1655:  Το 1611, φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα (Ισπανία), όπου σπούδασε φιλοσοφία, ενώ ταυτόχρονα εργάστηκε στο ίδιο πανεπιστήμιο ως καθηγητής των ελληνικών, περιόδευσε στην Ισπανία κι έκανε έρευνες σε βιβλιοθήκες και σε αρχεία μοναστηριών.  Ακολούθως, έκανε πολλά ταξίδια και έζησε σε πολλούς τόπους.  Πιο κάτω, παρουσιάζονται οι τόποι που επισκέφθηκε και έζησε:

  • Γαλλία: Έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην περιοχή του Δελφινάτου Σάντο Σπίριτο, κοντά στη Λυών.
  • Περιοδείες στη νότια Ευρώπη:  Κατά τις οποίες γνώρισε πολλούς λογίους, κληρικούς και σοφούς
  • Πορτογαλία:  Έζησε κυρίως στην Κοΐμβρα και παρακολούθησε μαθήματα στο ιστορικό πανεπιστήμιο της.
  • Πολωνία, Ελλάδα και άλλες περιοχές των Βαλκανίων:  Η Λατινική Εκκλησία με σκοπό τον  προσηλυτισμό Ορθοδόξων ή άλλων στον Καθολικισμό, τον έστειλε στην Πολωνία,  στην Ελλάδα κι άλλες περιοχές των Βαλκανίων. Στην Πολωνία χειροτονήθηκε ιερέας. Στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, η προσφορά του ήταν σημαντική. Συγκεκριμένα, ηΜεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, γράφει: «Εργαζόμενος ως διαφωτιστής περισσότερο των υποδούλων Ελλήνων παρά ως προπαγανδιστής του Καθολικισμού, ονειρευόταν την ώρα της απελευθέρωσης και δίδασκε, φαίνεται, προς αυτή την κατεύθυνση. Γι αυτό και σύντομα προσέχθηκε η δραστηριότητα του από τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να υποστεί σκληρούς διωγμούς, μάλιστα να συλληφθεί από τους Τούρκους και να πωληθεί ως δούλος». Μετά την επέμβαση της Δημοκρατίας της Βενετίας, απελευθερώθηκε και φυγαδεύτηκε πίσω στην Ιταλία.
  • Νεάπολη, περιοχή της Χειμάρας: Εγκαταστάθηκε στη Νεάπολη, διορίστηκε ιερέας στην εκεί ελληνική εκκλησία και ήταν δάσκαλος στην εκεί δημοτική σχολή. Το χρονικό διάστημα που παρέμεινε στη Νεάπολη δεν είναι γνωστό,  αλλά είναι γνωστό πως το 1630 βρισκόταν σε μια νέα αποστολή προπαγάνδας και διαφωτισμού στην περιοχή της Χειμάρρας και, περί το 1645, επέστρεψε στη Νεάπολη.
  • Ήπειρο και Αλβανία: Πραγματοποίησε περιοδεία και διαφωτιστικό έργο στην Ήπειρο και στην Αλβανία, με άγνωστη χρονική διάρκεια. Προσπάθησε μάλιστα να ιδρύσει σχολεία για να συμβάλει στη μόρφωση των ελληνόπουλων. Σύμφωνα με τον ίδιο, παρέμεινε στα Ιωάννινα, στη Χειμάρρα και την Πωγωνιατή.  Στα Ιωάννινα, μάλιστα, γνώρισε τον συμπατριώτη του ιεράρχη, λόγιο και διαφωτιστή,  Ιλαρίωνα Κιγάλα, που έγινε και αρχιεπίσκοπος Κύπρου. 

1655-1660: Το 1655 βρισκόταν στη Νεάπολη, σε αρκετά προχωρημένη ηλικία. Τα τελευταία, όμως χρόνια της ζωής του, φαίνεται ότι τα πέρασε στην πατρίδα του και συγκεκριμένα στο Μοναστήρι του Κύκκου. 

Διαφωτιστικό έργο στον υπόδουλο Ελληνισμό

Για το Διαφωτιστικό έργο του Ροδινού, αναφέρονται στη Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τα ακόλουθα:

«Το διαφωτιστικό έργο του Νεόφυτου Ροδινού σε διάφορα τμήματα του υπόδουλου Ελληνισμού υπήρξε σημαντικό και τον καθιστά πρωτοπόρο και φωτισμένο δάσκαλο. Η προσπάθειά του να προωθήσει την εκπαίδευση, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, φανερώνει την ευρύτητα αντιλήψεως που τον διέκρινε, δεδομένου ότι θεωρούσε την παιδεία ως απαραίτητη υποδομή για το μέλλον του Ελληνισμού. Η αγάπη του επίσης προς την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κύπρο, υπήρξε πολύ μεγάλη. Παράλληλα, στα πολλά μέρη που είχε επισκεφθεί, έκαμε έρευνες και βρήκε χειρόγραφα και ιστορικό κι εκκλησιαστικό υλικό που σχετιζόταν προς την Κύπρο ή πρόσωπα κυπριακής καταγωγής. Το κυριότερο, εξ άλλου, έργο του, σημαντική μελέτη της εποχής εκείνης που είχε επίσης μεγάλη σημασία για τον διαφωτισμό των συμπατριωτών του, είναι άμεσα σχετιζόμενο προς την Κύπρο…. Από τον τίτλο και μόνο του έργου αυτού του Νεόφυτου Ροδινού, που το έγραψε στο τέλος της ζωής του, καταφαίνεται η προσπάθεια να πληροφορήσει τους συμπατριώτες του και γενικότερα κάθε αναγνώστη, ότι η Κύπρος είχε ένα λαμπρό ιστορικό παρελθόν, ότι υπήρξε πατρίδα σημαντικών ανθρώπων, κι ότι της αξίζει καλύτερη τύχη από τη σκλαβιά και την εξαθλίωση» (Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τ.2, σ.98-99).

Συγγραφικό έργο

Ένα σημαντικό στοιχείο του συγγραφικού έργου του Νεόφυτου Ροδινού ήταν ότι έγραφε στην απλή δημοτική γλώσσα της εποχής του, ακολουθώντας τον δάσκαλό του Μαργούνιο.

Τα έργα του Νεόφυτου Ροδινού χωρίζονται κυρίως  σε τρεις κατηγορίες: εκκλησιαστικά, μεταφραστικά, και λογογραφικά.  Σώζονται επίσης μερικά επιγράμματα του Ροδινού στη βιβλιοθήκη του Βατικανού.

Πηγή:

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τ,8, εκδ. Φιλόκυπρος, 1988